Μέλη της εκκλησίας – πολίτες του κράτους: σχόλιο στη συνύπαρξη των δύο ιδιοτήτων στην περίπτωση των μοναχών της Εκκλησίας της Ελλάδος

Ελένη Μ. Παλιούρα, Δικηγόρος
Υποψήφια Σύμβουλος ΔΣΑ

1.Εισαγωγή

Η συγγραφή του παρόντος αποτελεί περαιτέρω ανάλυση της από 4.7.2019 γνωμοδότησής μου με θέμα: Μπορεί μοναχή που εγκαταβιώνει κανονικώς και νομίμως σε Ι. Μονή της Εκκλησίας της Ελλάδος να προβεί σε αγορά ακινήτου, το οποίο θα χρησιμοποιηθεί προς όφελος του θρησκευτικού καθιδρύματος;[1] Σκοπός δεν είναι η αναπαραγωγή της ήδη υπάρχουσας βιβλιογραφίας, στην οποία έχει αναλυθεί επαρκώς το ζήτημα της ιδιαίτερης μεταχείρισης των μοναχών, αλλά η σύγχρονη τοποθέτηση του εν λόγω τμήματος του πληρώματος της Ορθόδοξης Εκκλησίας ιδίως μετά την απόφαση του ΔΕΕ επί του προδικαστικού ερωτήματος του ΣτΕ σχετικά με την απόκτηση εκ μέρους μοναχού της δικηγορικής ιδιότητας[2]. Σημειώνεται ότι το παρόν σχόλιο επικεντρώνεται στην έννοια του πολίτη του κράτους, ώστε να αποτελέσει μια μικρή συμβολή στον τρόπο με τον οποίο η πολιτειακή δικαιοταξία είναι απαραίτητο να αντιλαμβάνεται τη μοναχική ιδιότητα εντός του πλαισίου αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας που υπάρχει και λειτουργεί στο εσωτερικό της.

2.Σύνοψη της από 4.7.2019 γνωμοδότησης

Η ακτημοσύνη των μοναχών ως περιεχόμενο της μοναχικής επαγγελίας ή ομολογίας δεν ισοδυναμεί με την απώλεια της δικαιοπρακτικής ικανότητας και της ικανότητας δικαίου. Τα εν λόγω μέλη της Εκκλησίας δεν παύουν να είναι πολίτες του κράτους και διατηρούν το δικαίωμά τους στη θρησκευτική ελευθερία, το οποίο συνίσταται και στο δικαίωμα αποχώρησης από μια θρησκευτική κοινότητα. Όσο, όμως, επιλέγουν να είναι μέλη της Εκκλησίας της Ελλάδος και να υπάγονται στις εσωτερικές της διατάξεις για τη διαμόρφωση του μοναχικού βίου, υφίστανται μια ιδιαίτερη νομική μεταχείριση που είναι σύμφωνη με το δικαίωμά τους στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας (άρθρο 5παρ.1Σ)[3].

Η τύχη της περιουσίας των μοναχών μετά την κουρά ιδιαίτερα όταν προέρχεται από επαχθή αιτία, συνδέεται άμεσα με το επιτρεπτό των δραστηριοτήτων τους βάσει της εκκλησιαστικής δικαιοταξίας. Στην περίπτωση, λοιπόν, που μοναχός την έχει αποκτήσει από επαχθή αιτία (συνήθως από αγιογραφική δραστηριότητα, συγγραφή μελετών και βιβλίων κ.τ.λ.), η περιουσία αυτή ανήκει στον ίδιο και μπορεί να τη διαθέσει κατά τη βούλησή του, όχι, όμως, με χαριστική δικαιοπραξία εξαιρουμένης της περίπτωσης του άρθρου 1 Ν.Δ. 1918/42[4].

Ο προβληματισμός, συνεπώς, επικεντρώνεται στο συμβατό των δραστηριοτήτων μοναχού με την ιδιότητά του.

3.Μοναχική ιδιότητα και πολιτειακή έννομη τάξη

Στο άρθρο 17 του υπ’ αριθμ. 305/2018 κανονισμού της Εκκλησίας της Ελλάδος «Περί Ἐφημερίων καί Διακόνων» αναφέρεται σχετικά με τις συμβατές με την ιδιότητα του κληρικού δραστηριότητες[5] ότι οι επιτρεπόμενες ενασχολήσεις που είναι δυνατόν να εξασκούνται παράλληλα με την ιδιότητα του εφημερίου είναι οι χειρωνακτικές και τεχνικές εργασίες, οι υπαλληλικές εργασίες, τα επιστημονικά επαγγέλματα, τα ιατρικά επαγγέλματα, επαγγέλματα ανθρωπιστικής και κοινωνικής φύσεως. Αντιθέτως, ασύμβατα με την ιδιότητα του εφημερίου είναι τα εν γένει νομικά επαγγέλματα, και οι απαγορευμένες εκ των ιερών κανόνων κοσμικές ενασχολήσεις, όπως περιγράφονται στις διατάξεις τους[6]. Το ως άνω πρόκειται για κείμενο της πολιτειακής δικαιοταξίας, καθώς έχει δημοσιευθεί στο ΦΕΚ και έχει εκδοθεί βάσει νομοθετικής εξουσιοδότησης, ενώ την ίδια στιγμή αποτελεί ρύθμιση της εκκλησιαστικής δικαιοταξίας, η οποία στηρίζεται στο εσωτερικό της δίκαιο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί από ένα πολιτειακό όργανο, το οποίο δεν έχει γνώση της ιδιαίτερης φύσης αυτού του δικαίου.

Μετά την απόφαση του ΔΕΕ σχετικά με την υπόθεση του μοναχού Ειρηναίου[7] εμφανίζεται στο προσκήνιο ο αναπροσδιορισμός της αντίληψης της ιδιότητας των κληρικών και των μοναχών της Εκκλησίας της Ελλάδος εκ μέρους του κράτους. Εν προκειμένω τίθεται το θέμα της ιδιότητας του πολίτη που φέρει μοναχός της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ελλάδα. Πολίτης που έχει επιλέξει βάσει του άρθρου 5παρ.1Σ να είναι μοναχός της Εκκλησίας της Ελλάδος υπόκειται παράλληλα και στο εσωτερικό της δίκαιο σχετικά με τη συμπεριφορά του στον ιδιωτικό του βίο[8]. Στην περίπτωση του μοναχού Ειρηναίου, το ΔΕΕ αποφάσισε ότι: «Το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 98/5/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 1998, για τη διευκόλυνση της μόνιμης άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος σε κράτος μέλος διάφορο εκείνου στο οποίο αποκτήθηκε ο επαγγελματικός τίτλος, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία κατά την οποία δικηγόρος που έχει την ιδιότητα του μοναχού και είναι εγγεγραμμένος ως δικηγόρος στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής απαγορεύεται να εγγραφεί στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής, προκειμένου να ασκεί εκεί το επάγγελμά του υπό τον επαγγελματικό του τίτλο καταγωγής, λόγω του προβλεπόμενου από τη νομοθεσία αυτή ασυμβίβαστου της ιδιότητας του μοναχού με την άσκηση της δικηγορίας». Το σφάλμα στην προκείμενη περίπτωση είναι όχι η ίδια η απόφαση, αλλά η διατύπωση του ερωτήματος εκ μέρους του ΣτΕ[9]. Είναι διαφορετική η συμβατότητα του γενικού περιορισμού που τίθεται με τον ισχύοντα κώδικα δικηγόρων (άρθρο 6παρ. 6 ν. 4194/2013) σε κληρικούς και μοναχούς να λάβουν τη δικηγορική ιδιότητα και διαφορετική η ad hoc αντιμετώπιση της συμβατότητας της ιδιότητας αυτής με την ιδιότητα μοναχού αυτοκέφαλης Εκκλησίας. Πιο αναλυτικά, το ζητούμενο στην περίπτωση του μοναχού Ειρηναίου είναι εάν η Εκκλησία της Ελλάδος στο πλαίσιο της θρησκευτικής της αυτονομίας αποδέχεται (είτε η αποδοχή αυτή είναι συμβατή με το κανονικό της δίκαιο είτε όχι) μοναχός της να δραστηριοποιείται στον δικηγορικό κλάδο. Η εν λόγω παρατήρηση κινείται στο ίδιο πλαίσιο και με τις «Συστάσεις προς τα εθνικά δικαστήρια, σχετικές με την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων[10]». Η αποδοχή αυτή σχετίζεται με τη θέση της Εκκλησίας στην ελληνική δημόσια σφαίρα, όπως αυτή προκύπτει μέσα από το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού της. Συνεπώς, το ΣτΕ στην προκείμενη περίπτωση δεν έχει αρμοδιότητα να επιληφθεί του ειδικότερου ζητήματος της απόκτησης της δικηγορικής ιδιότητας εκ μέρους του μοναχού Ειρηναίου.

4.Συμπέρασμα

Από τα ως άνω καταδεικνύεται η πολυπλοκότητα των ζητημάτων που αφορούν τη ρύθμιση του θρησκευτικού φαινομένου εντός του κράτους. Η μελέτη αποφάσεων του ΕΔΔΑ του ΔΕΕ, αλλά και του Supreme Court of the United States, καθιστά εμφανές το γεγονός ότι παρά τις γενικές αρχές που διατυπώνονται, η νομολογία αντιμετωπίζει κάθε φορά ένα νέο πλαίσιο ρύθμισης των θρησκευμάτων σε εθνικό επίπεδο. Υπάρχει, λοιπόν, ένα σημείο συνάντησης των ρυθμίσεων των θρησκευμάτων εντός του κράτους σε διεθνές επίπεδο; Η απάντηση βρίσκεται στην εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε σχέση με τα θρησκεύματα[11]. Περαιτέρω, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έκρινε σε υπόθεση εφαρμογής της Σαρία ότι: «η θρησκευτική ελευθερία δεν υποχρεώνει τα Συμβαλλόμενα Κράτη να δημιουργούν ιδιαίτερο νομικό πλαίσιο που παρέχει στις θρησκευτικές κοινότητες ειδικό καθεστώς με ειδικά προνόμια. Παρ’ όλα αυτά, ένα Κράτος που έχει δημιουργήσει τέτοιο καθεστώς οφείλει να εξασφαλίζει ότι τα κριτήρια που έχει θεσπίσει για την αναγνώριση του δικαιώματος μιας ομάδας σε τέτοιο καθεστώς πρέπει να εφαρμόζονται με τρόπο που δεν εισάγει διακρίσεις»[12]. Το σκεπτικό της ως άνω απόφασης περιέχει τον προβληματισμό της εφαρμογής εσωτερικού δικαίου θρησκευτικής κοινότητας που υπάρχει και λειτουργεί εντός του κρατικού οργανισμού, ζήτημα το οποίο βρίσκεται στον πυρήνα της ρύθμισης των σχέσεων κράτους – θρησκευμάτων ή ορθότερα της εφαρμογής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στα μέλη των θρησκευτικών ενώσεων και στις ίδιες τις ενώσεις, όταν αλληλοεπιδρούν με τον πολιτειακό οργανισμό.

Εν όψει της νομικής διάπλασης του δικαιώματος της θρησκευτικής αυτονομίας ή αυτοοργάνωσης (3παρ.1Σ, 13παρ.1Σ, 9 και 11ΕΣΔΑ, 17ΣΛΕΕ), διαμορφώνεται διαρκώς ο ιδιαίτερος κλάδος του θρησκευτικού εργασιακού δικαίου (ενδ. ΔΕΕ υπόθεση C‑414/16, με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, Vera Egenberger κατά Evangelisches Werk für Diakonie und Entwicklung e.V.), ο οποίος δεν σχετίζεται μόνο με τις εργασιακές σχέσεις εντός των θρησκευμάτων, αλλά γενικότερα με τις επιτρεπτές επαγγελματικές δραστηριότητες των μελών που φέρουν ιδιαίτερη θέση, όπως είναι οι κληρικοί και οι μοναχοί. Ίσως, και σε σχέση με το κυρίως αντικείμενο του παρόντος άρθρου, να ήταν σκόπιμη η κατάρτιση εσωτερικού κανονιστικού κειμένου της Εκκλησίας, το οποίο συγκεντρωτικά και με γνώμονα της αρχή της αναλογικότητας να αναφέρεται στις γενικές αρχές του εν λόγω δικαίου, όπως αυτές διαμορφώνονται βάσει του εσωτερικού της δικαίου.

Σε αυτό το σημείο κρίνεται απαραίτητο να σημειωθεί ότι η εφαρμογή του εσωτερικού δικαίου θρησκευτικής κοινότητας εκτός από το θέμα της συμβατότητας με τα ανθρώπινα δικαιώματα, αντιμετωπίζει ένα ζήτημα που δεν έχει ακόμα εντοπισθεί σε επίπεδο εθνικής νομολογίας: το ζήτημα της ερμηνείας του. Η εν λόγω ερμηνεία είναι αδύνατον να πραγματοποιείται από πολιτειακά όργανα, η δε χρήση ιερών κανόνων σε σκεπτικό αποφάσεων πολιτειακών δικαστηρίων είναι προβληματική, όπως φαίνεται και από το διαχωρισμό τους εκ μέρους του ΣτΕ σε δογματικούς, διοικητικούς και θεμελιώδεις διοικητικούς θεσμούς, διαχωρισμός που δεν βασίζεται σε σχετική επίσημη απόφαση της Εκκλησίας[13]. Το ζήτημα αυτό είναι διάφορο της σχέσης του κανονικού δικαίου της Ορθόδοξης Εκκλησίας με την ελληνική έννομη τάξη, η οποία αποδέχεται την Εκκλησία ως οργανισμό προϋφιστάμενο της σύστασης του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους[14].

 


[1] αδημ.

[2] ΔΕΕ (τμήμα μείζονος συνθέσεως) απόφαση της 7ης Μαΐου 2019 στην υπόθεση C-431/17, Μοναχός Ειρηναίος, κατά κόσμον Αντώνιος Γιακουμάκης του Εμμανουήλ, κατά Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.

[3] Οι μοναχοί έχουν μια ιδιαίτερη θέση και στη δημόσια σφαίρα, καθώς όπως οι κληρικοί, εξυπηρετούν συγκεκριμένες θρησκευτικές και λειτουργικές ανάγκες της θρησκευτικής τους κοινότητας παίζοντας έναν ιδιαίτερο ρόλο στο εσωτερικό της βλ.και Σ. Τρωιάνος – Γ. Πουλής, Εκκλησιαστικό Δίκαιο, Αθήνα-Κομοτηνή 20032, σ.527, 541. Το ΣτΕ έχει κρίνει σε περίπτωση καθαίρεσης κληρικού, λόγω ασύμβατων προς το εκκλησιαστικό κανονιστικό πλαίσιο επιλογών στον ιδιωτικό του βίο, ότι ο περιορισμός των δικαιωμάτων του στη συγκεκριμένη περίπτωση συμφωνεί με την επιλογή του να φέρει την ιδιότητα του κληρικού της Ορθόδοξης Εκκλησίας και ότι ακόμη «{…} η προσβαλλόμενη πράξη δεν αντίκειται ούτε σε άλλη συνταγματική διάταξη ή αρχή, όπως η κατοχυρούμενη από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, διότι υπό τις δεδομένες συνθήκες, ο περιορισμός των δικαιωμάτων, που άλλως θα απολάμβανε ο αιτών ως απλός πολίτης, κρίνεται συνταγματικά επιτρεπτός ως αναγκαίος και πρόσφορος, δικαιολογούμενος από επιτακτικούς λόγους διασφάλισης του κύρους και της αξιοπιστίας της Εκκλησίας.» (ΣτΕ 4596/2014, σκ.15).

[4] Βλ.Τρωιάνος – Πουλής, Εκκλησιαστικό Δίκαιο, ό.π., σ.545, Σ. Τρωιάνος, «Παρατηρήσεις στις ισχύουσες διατάξεις για την κληρονομική διαδοχή των μοναχών», Νόμος. Επιστημονική επετηρίδα του Τμήματος Νομικής της Σχολής Νομικών και Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης 4/1996, σ.737.

[5] Βλ.και Ε. Παπαγιάννη, «Επιτρεπόμενες και απαγορευμένες κοσμικές ενασχολήσεις του βυζαντινού κλήρου», Πρακτικά Δ’ Πανελλήνιου Ιστορικού Συνεδρίου, Θεσσαλονίκη 1983, σ.145-166.

[6] {…} Κατά τήν ἀνωτέρω Ἐγκύκλιο τῆς Ἱερᾶς Συνόδου συμβατές με τήν ἰδιότητα τοῦ Κληρικοῦ ἀπασχολήσεις, οἱ οποίες δύνανται νά ἐξασκοῦνται ἐκ παραλλήλου μέ τήν ἐφημεριακή ἰδιότητα, εἶναι: οἱ χειρωνακτικές και τεχνικές ἐργασίες (α. παραδοσιακά ἐπαγγέλματα: ἀγροτικά π.χ. ἀγρότου, ἁλιέως, κτηνοτρόφου, πτηνοτρόφου, μελισσοκόμου, ἤ κηροπλάστου κ.λπ.· β. τά τεχνικά ἐπαγγέλματα: π.χ. τοῦ ξυλουργοῦ, ἐπιπλοποιοῦ, ὑποδηματοποιοῦ κ.λπ.., τοῦ τεχνικοῦ ἠλεκτρικῶν, ἠλεκτρονικῶν, ὑπολογιστικῶν ἤ ὑδραυλικῶν δικτύων κ.λπ.), οἱ υπαλληλικές ἐργασίες (ὑπαλληλικές θέσεις μέ σχέση ἐργασίας ἤ δημοσίου δικαίου στόν ιδιωτικό τομέα ἤ καί στον δημόσιο τομέα ὡς πολιτικό προσωπικό)· γ. τά ἐπιστημονικά ἐπαγγέλματα (α. ἐκπαιδευτικά: διδάσκαλοι, καθηγητές σέ ὅλες τίς εκπαιδευτικές βαθμίδες, β. ἐρευνητικά: φυσικοί, χημικοί, βιολόγοι, μεταλλειολόγοι, γεωλόγοι, σεισμολόγοι, γεωχημικοί, μετεωρολόγοι, ἀστροφυσικοί κ.ἄ., γ. ἰατρικά ἐπαγγέλματα: ἅπαντα ἐπιτρέπονται, πλήν τοῦ γυναικολόγου καί τοῦ ἰατροδικαστοῦ, δ. ἐπαγγέλματα κοινωνικῆς καί ἀνθρωπιστικῆς φύσεως: ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί, νοσηλευτές κ.λπ., ε. τά νομικά ἐπαγγέλματα δέν ἐπιτρέπονται, ἐκτός τῆς σχετικῆς μέ τήν νομική ἐπιστήμη διδακτικῆς ἤ και ἐρευνητικῆς δραστηριότητας), ἐνῶ δεν συμβιβάζονται δραστηριότητες πού ἀπαγορεύονται σέ κληρικό κατά τό κανονικό δίκαιο τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ: (α) κανόνες ΜΔ΄ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ΙΖ΄ τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Ι΄ τῆς Πενθέκτης, Δ΄ τῆς ἐν Λαοδικείᾳ καί Ε΄ τῆς ἐν Καρθαγένῃ Συνόδου, β) κανόνες Θ΄ καί ΟΣΤ΄ τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ΚΔ’ τῆς ἐν Λαοδικείᾳ καί ΜΖ΄ τῆς ἐν Καρθαγένῃ Συνόδου, γ) κανόνες ΜΒ΄ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ΚΔ΄ καί Ν΄ τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, δ) κανόνες ΝΑ΄ τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί ΝΓ΄ τῆς ἐν Καρθαγένῃ Συνόδου, ε) κανόνες ΞΑ΄ τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ΚΔ΄ τῆς ἐν Ἀγκύρᾳ καί ΛΣΤ΄ τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου, ΠΓ’ τοῦ Μ. Βασιλείου, στ) κανόνες ΣΤ΄ καί ΠΓ΄ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, Γ’ καί Ζ΄ τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Ι΄ τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου).

[7] Αναλυτικός σχολιασμός σε Μ.-Ω. Κουτσουπιά – Ε. Παλιούρα, «Άρθρο 3παρ.1Σ: Εκκλησία και Δημόσια Σφαίρα», υπό δημοσίευση άρθρο στα πρακτικά του 6ου ετήσιου συνεδρίου της Ένωσης Ελλήνων Δημοσιολόγων (ΕΕΔ) που πραγματοποιήθηκε στην Πάτρα 12-13 Απριλίου 2019.

[8] Ενδ.βλ.και άρθρο 1περ.α υπ΄αριθμ. 39/1972 κανονισμού της Εκκλησίας της Ελλάδος.

[9] ΣτΕ 1753/2017: Διατυπώνει προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης το ακόλουθο ερώτημα: «Το άρθρο 3 της οδηγίας 98/5/ΕΚ έχει την έννοια ότι η εγγραφή ενός μοναχού της Εκκλησίας της Ελλάδος ως δικηγόρου στα μητρώα της αρμόδιας αρχής κράτους μέλους διαφορετικού από εκείνο στο οποίο έχει αποκτήσει τον επαγγελματικό του τίτλο, προκειμένου να ασκεί εκεί το επάγγελμά του υπό τον επαγγελματικό του τίτλο καταγωγής, μπορεί να απαγορεύεται από τον εθνικό νομοθέτη, για τον λόγο ότι οι μοναχοί της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν δύνανται, κατά το εθνικό δίκαιο, να εγγράφονται στα μητρώα των δικηγορικών συλλόγων, επειδή δεν παρέχουν, λόγω της ιδιότητάς τους αυτής, ορισμένα απαραίτητα για την άσκηση της δικηγορίας εχέγγυα;».

[10] 2016/C 439/01.

[11] Βλ.αναλυτικά, Θ. Δ. Παπαγεωργίου, «Ατομικά δικαιώματα και εσωτερικό δίκαιο της Εκκλησίας στην ελληνική έννομη τάξη κατά τη νομολογία», Νομοκανονικά 1/2016, σ.39-77.

[12] ΕΔΔΑ, Molla Salli κατά Ελλάδος, 19.12.2018, §155, Νομοκανονικά 1/2019, σ.87-107 με σχόλιο Γ. Ι. Ανδρουτσόπουλου.

[13] Βλ.γενικά Κουτσουπιά-Παλιούρα, «Άρθρο 3παρ.1Σ», ό.π..

[14] Βλ.άποψη Χριστοφιλόπουλου, Α. Χριστοφιλόπουλος, Ελληνικόν Εκκλησιαστικόν Δίκαιον, Αθήνα 19652, φωτογραφική ανατύπωση 2005, σ.83.